Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Θρησκεία και κοινωνία στις ΗΠΑ

www.kathimerini.gr
«H Αμερική δημιουργήθηκε ως προτεσταντική κοινωνία, όπως ακριβώς το Πακιστάν και το Ισραήλ δημιουργήθηκαν ως μουσουλμανική και εβραϊκή κοινωνία αντίστοιχα» (Samuel P. Huntington «Ποιοι είμαστε; H αμερικανική ταυτότητα στην εποχή μας», Αθήνα, Λιβάνης, 2005, σ. 101). Με τα λόγια αυτά ο Samuel Huntington τοποθετεί το κέντρο βάρους της αμερικανικής ταυτότητας στον τρόπο ζωής που ενέπνευσε στους πρώτους εποίκους η φιλοσοφία του προτεσταντισμού. Παρά τον πολλαπλασιασμό των προτεσταντικών εκκλησιών (βαπτιστές, μεθοδιστές, ευσεβιστές, ευαγγελικοί κ.λπ.), η προσωπική επικοινωνία με τον Θεό παρέμενε το διακριτικό στοιχείο των πιστών στις ΗΠΑ.
Μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική παράδοση είναι η εξέλιξη των σχέσεων Εκκλησίας - κράτους. Ενώ οι προτεστάντες των αποικιών (με εξαίρεση τους αγγλικανούς) στάθηκαν το 1776 στο πλευρό των επαναστατών κατά του αγγλικού θρόνου, οι καθολικοί της Ευρώπης αποτελούσαν τμήμα του παλαιού καθεστώτος (ancien regi- me) στην αναμέτρησή του με τους Γάλλους επαναστάτες του 1789.
Τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία έλκουν την καταγωγή τους από τα κοσμικά καθεστώτα της Γαλλικής Επανάστασης, απέκλεισαν την Εκκλησία από τις κρατικές εκδηλώσεις και κράτησαν τον Θεό μακριά από τον δημόσιο διάλογο.
Αντίθετα από τους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες, οι Αμερικανοί πρόεδροι επικαλούνται το όνομα του Θεού στις περισσότερες δημόσιες ομιλίες τους.
Η ατομική συνείδηση και η πίστη στην αυθεντία της Βίβλου που συνοδεύουν το προτεσταντικό πιστεύω καλλιέργησαν στους Αμερικανούς την καχυποψία προς την πολιτική ιεραρχία, την αίσθηση της ατομικής ευθύνης και της ελευθερίας, την ηθική της εργασίας και τον αποστολικό ζήλο.
Οι θρησκευτικές «Μεγάλες Αφυπνίσεις» του 1730-40, που αποτέλεσαν κίνημα μεταρρύθμισης του ευρωπαϊκού προτεσταντισμού, όπως είχε φτάσει στην αποικία της Μασαχουσέτης, υπήρξαν εναρκτήριο κοινωνικό σάλπισμα για την επανάσταση του 1776.
 Εκτοτε οι «Μεγάλες Αφυπνίσεις» επανέρχονται περιοδικά στην αμερικανική κοινωνία (1820-30, 1890-1900, 1950-60, 2000),
συμβάλλοντας στη μετατόπιση του πολιτικού εκκρεμούς άλλοτε αριστερά και άλλοτε δεξιά.
Η μεταπολεμική εξάπλωση του ευαγγελικού προτεσταντισμού επηρέασε βαθύτατα και τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις. Κατέδειξε αρχικά το χάσμα ανάμεσα στις αμερικανικές αξίες και την πραγματικότητα, με επίκεντρο τις φυλετικές διακρίσεις, ενώ τμήμα των θρησκευόμενων Αμερικανών συμμετείχε στις διαμαρτυρίες κατά του πολέμου στο Βιετνάμ.
Ενα άλλο μεγάλο τμήμα θρησκευόμενων αντέδρασε στη βασανιστική αυτοκριτική της δεκαετίας του εξήντα και εβδομήντα και συνέβαλε στη μετακίνηση του πολιτικού εκκρεμούς δεξιότερα. H επαναφορά της αισιόδοξης αυτοπεποίθησης των Αμερικανών πραγματοποιήθηκε με την ανάκληση ενός ανέμελου παρελθόντος, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο παλιός ηθοποιός Ronald Reagan. Στο πρόσωπο του George W. Bush, η λαϊκή θρησκευτικότητα συμφιλιώθηκε με την πολιτική εξουσία και ο μικρός άνθρωπος των κεντρικών και νότιων πολιτειών αισθάνθηκε ότι η φωνή του εισακουγόταν επιτέλους από τη Washington.
Τον Ιούνιο του 2002 το τριμελές δικαστήριο του Ενάτου Περιοδεύοντος Εφετείου στο San Francisco αποφάσισε ότι οι λέξεις «υπό τη σκέπη του Θεού», στον Ορκο Πίστης που απαγγέλλουν τα παιδιά στο σχολείο, συνιστούσαν παραβίαση του διαχωρισμού της Εκκλησίας από το κράτος.
Ετσι, ο νόμος του 1954, που προσέθεσε τις επίμαχες λέξεις στον καθιερωμένο Ορκο, θεωρήθηκε αντισυνταγματικός και συνεπώς άκυρος. H απόφαση αυτή προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών και διαδηλώσεων σε ολόκληρες τις ΗΠΑ.
 O πρόεδρος Bush χαρακτήρισε την απόφαση «γελοία» και η Γερουσία ψήφισε, με 99 υπέρ και 0 κατά, την ανάκλησή της. Σε μια χώρα στην οποία 80-85% του πληθυσμού δηλώνει ότι ανήκει στη χριστιανική πίστη (χωρίς να λογαριάσει κανείς τα άλλα θρησκεύματα) η απόφαση του δικαστηρίου του προοδευτικού San Francisco δεν μπορούσε να έχει θετική απήχηση.
Η απουσία θρησκευτικών αναφορών στο αμερικανικό Σύνταγμα δημιουργεί την εντύπωση της πλήρους εκκοσμίκευσης του πολιτικού συστήματος.
Στην πραγματικότητα οι πατέρες του Συντάγματος απέφευγαν την καθιέρωση της εθνικής εκκλησίας για να μην ενισχύσουν τις εξουσίες της κυβέρνησης. Κατάφεραν έτσι να προστατεύσουν τη θρησκεία από την κρατική παρέμβαση που είχε επιβληθεί στις εκκλησίες της Ευρώπης όταν έγιναν εξαρτήματα των εθνικών υπουργείων.
Οι σφυγμομετρήσεις απέδειξαν ότι το θρησκευτικό συναίσθημα καταλαμβάνει μεγάλο χώρο στην αμερικανική κονωνία. Το 86% όσων ερωτήθηκαν το 1999 απήντησαν ότι πιστεύουν στον Θεό, το 8% σε ένα συμπαντικό πνεύμα και μόνο 5% δήλωσαν άθεοι (Samuel P. Huntington, «Ποιοι είμαστε;», σ. 131). Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, η θρησκεία γνώρισε νέα άνοδο στις λαϊκές, ιδίως, τάξεις.
 Οι λευκοί προτεστάντες ψήφισαν στη μεγάλη τους πλειοψηφία υπέρ των Ρεπουμπλικανών, όπως και ένα ποσοστό καθολικών που εναντιώνονταν στις αμβλώσεις. Στα περισσότερα ζητήματα που απασχολούν τους Αμερικανούς, οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν ότι υπάρχει πόλωση. Σε κανένα, όμως, ζήτημα η αντίθεση δεν είναι μεγαλύτερη από ό,τι ανάμεσα σε αυτούς που θρησκεύονται εντατικά και σε εκείνους που αντιμετωπίζουν τη θρησκεία με λιγότερη ζέση. Οι πρώτοι παρουσιάζουν περισσότερη πυκνότητα στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών και έχουν τη μεγαλύτερη αισιοδοξία για τις εσωτερικές και εξωτερικές επιλογές της σημερινής αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας. Από το κόμμα του κ. Bush το 42% των ψηφοφόρων είναι λευκοί ευαγγελιστές προτεστάντες. H κατηγορία αυτή, όμως, αποτελεί μόλις το 26% του συνόλου των Αμερικανών.
Η αντίθεση ανάμεσα στους Αμερικανούς που πιστεύουν στη μη ανάμιξη της θρησκείας τους στον κοσμικό βίο και εκείνων που τείνουν να ταυτίζουν τους δύο κόσμους, απειλεί τη χώρα με μακρόσυρτη πόλωση.
* O κ. Θ. Βερέμης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου